Ποιες είναι οι ουσιαστικές ευθύνες ενός ξενοδόχου ως προς τη λειτουργία της πισίνας στο κατάλυμα και πώς το νομοθετικό πλαίσιο καθορίζει τις απαιτήσεις για τη στελέχωση ναυαγοσωστών; Μια πρακτική και νομική ανάλυση για ξενοδόχους από τον Γιάννη Κελεμένη και την Ιωάννα Καζάκου της δικηγορικής εταιρείας «Κελεμένης & Συνεργάτες».
Η λειτουργία της πισίνας σ’ ένα ξενοδοχειακό κατάλυμα δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική αναβάθμιση ή παροχή πολυτελείας, αλλά και μια σύνθετη σχέση ευθύνης μεταξύ του ξενοδόχου και των χρηστών της. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αυστηρά πρωτόκολλα υγιεινής και ασφάλειας των τροφίμων ή τα συστήματα πυροπροστασίας που διασφαλίζουν την ακεραιότητα μιας τουριστικής μονάδας, έτσι και η διαχείριση του υδάτινου στοιχείου απαιτεί μια συγκροτημένη στρατηγική διαχείρισης ρίσκου. Το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα, με βάση την ιστορική Υγειονομική Διάταξη Γ1/443/1973 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, καθορίζει με τα τεχνικά και λειτουργικά πρότυπα που πρέπει να πληρούνται. Από την ποιότητα του νερού μέχρι την πιστοποίηση του προσωπικού, η νομοθεσία διαμορφώνει έναν οδικό χάρτη ασφάλειας που σκοπό έχει την πρόληψη ατυχημάτων και τη νομική θωράκιση της επιχείρησης.
Η διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των λουομένων ξεκινά από τον ορισμό δύο κομβικών προσώπων που επωμίζονται το βάρος της συμμόρφωσης: του «Υπεύθυνου Λειτουργίας» της πισίνας και του Ναυαγοσώστη. Ο Υπεύθυνος Λειτουργίας φέρει τη διοικητική ευθύνη για την τήρηση των υγειονομικών διατάξεων, μεριμνώντας για την ορθή συντήρηση των εγκαταστάσεων και τον συνεχή καθαρισμό και απολύμανση του νερού. Είναι αυτός που εποπτεύει τις καθημερινές μετρήσεις του pH και του υπολειμματικού χλωρίου, φροντίζοντας ώστε όλα τα δεδομένα να καταγράφονται σχολαστικά σε ειδικό βιβλίο, το οποίο παραδίδεται στους υγειονομικούς επιθεωρητές κατά τη διάρκεια των ελέγχων. Παράλληλα, έχει την υποχρέωση να ελέγχει τον αριθμό των λουομένων, διασφαλίζοντας ότι ο αριθμός δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζει η άδεια λειτουργίας, η οποία πρέπει να βρίσκεται αναρτημένη σε εμφανές σημείο.
Ο Ναυαγοσώστης, που στη νομοθεσία αναφέρεται και ως «Επόπτης Ασφαλείας», συνιστά τον εγγυητή της ασφάλειας στο πεδίο και την «πρώτη γραμμή» προστασίας των χρηστών. Πρόκειται για εξειδικευμένο προσωπικό που οφείλει να κατέχει έγκυρη πιστοποίηση και να επιδεικνύει επάρκεια στη διάσωση στο νερό, στις πρώτες βοήθειες και στην καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (CPR). Η ελληνική νομοθεσία (Ν. 3766/2009) προσφέρει μια σημαντική διευκόλυνση στα ξενοδοχεία, επιτρέποντας τη λειτουργία με έναν μόνο ναυαγοσώστη ανά πισίνα, ανεξαρτήτως του μεγέθους της. Σε μικρότερα καταλύματα με λιγότερες από 50 κλίνες ή σε πισίνες με επιφάνεια κάτω των 100 τετραγωνικών μέτρων, ο Υπεύθυνος Λειτουργίας μπορεί να εκτελεί και χρέη ναυαγοσώστη, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα και έχει αναρτηθεί σχετική ενημερωτική πινακίδα για τους πελάτες.
Η πλέον πρόσφατη εξέλιξη στο κανονιστικό πλαίσιο, η Υπουργική Απόφαση 6584/2024, εισάγει ένα κλιμακωτό πρωτόκολλο ασφάλειας που εξορθολογίζει τις απαιτήσεις ανάλογα με το μέγεθος της ξενοδοχειακής μονάδας και το βάθος της δεξαμενής. Για τα ξενοδοχεία που έχουν 50 τουλάχιστον δωμάτια ή για πισίνες με βάθος μεγαλύτερο του 1,5 μέτρου, ο ναυαγοσώστης οφείλει να έχει συνεχή φυσική παρουσία στο χώρο της πισίνας και πρέπει να είναι απαλλαγμένος από οποιοδήποτε άλλο δευτερεύον καθήκον, όπως το σέρβις ή η υποδοχή. Αντίθετα, για μικρότερες μονάδες, ρηχότερες πισίνες ή ειδικές εγκαταστάσεις, όπως τα roof gardens και οι εσωτερικές πισίνες, η νομοθεσία επιτρέπει πλέον καθεστώς «ετοιμότητας» (on-call). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο ναυαγοσώστης μπορεί να βρίσκεται σε άλλο σημείο εντός του συγκροτήματος, αρκεί να είναι σε κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας για άμεση παρέμβαση, προσφέροντας έτσι μια σημαντική λειτουργική ανάσα στον ξενοδόχο χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια.
Η φυσική διαμόρφωση του χώρου και η σήμανση παίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο, λειτουργώντας ως ένα σύστημα σιωπηλής καθοδήγησης που προλαμβάνει την επικίνδυνη συμπεριφορά. Η πισίνα πρέπει να είναι απόλυτα «χαρτογραφημένη» για τον επισκέπτη, με το βάθος να αναγράφεται ευκρινώς τόσο στις πλευρές όσο και στον πυθμένα της δεξαμενής, ιδιαίτερα στα σημεία μετάβασης και στο βαθύτερο σημείο. Τα ρηχά τμήματα, όπου το βάθος είναι μικρότερο από 0,9 μέτρα, πρέπει να διαχωρίζονται με ειδική γραμμή, ενώ η τοποθέτηση πινακίδων «Απαγορεύονται οι Βουτιές» είναι υποχρεωτική σε όλα τα σημεία όπου το βάθος υπολείπεται του 1,5 μέτρου. Αυτά τα οπτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις αναρτημένες οδηγίες χρήσης, δημιουργούν ένα περιβάλλον ενημερωμένης χρήσης που μειώνει δραστικά την πιθανότητα ατυχήματος και προστατεύει νομικά την επιχείρηση.
Όσον αφορά τον εξοπλισμό ασφαλείας, η νομοθεσία επιβάλλει μια εργαλειοθήκη σωτηρίας. Κάθε πισίνα πρέπει να διαθέτει ελαφριές ράβδους με άγκιστρα, κυκλικά σωσίβια με σχοινιά ανάλογα με την περίμετρο της δεξαμενής, κι ένα πλήρως εξοπλισμένο φαρμακείο πρώτων βοηθειών. Μια κρίσιμη λεπτομέρεια για τον ξενοδόχο είναι η υποχρέωση ύπαρξης Αυτόματου Εξωτερικού Απινιδωτή (AED) σε μονάδες με δυναμικότητα τουλάχιστον 50 κλινών. Ο εξοπλισμός του ίδιου του ναυαγοσώστη πρέπει να περιλαμβάνει εξειδικευμένα μέσα, όπως ο σωλήνας διάσωσης, η ισοθερμική κουβέρτα και ένα φορητό φαρμακείο που περιέχει από αυχενικά κολάρα μέχρι ασκούς αναζωογόνησης τύπου AMBU. Στις περιπτώσεις μεγάλων κολυμβητικών δεξαμενών που υπερβαίνουν τα 1.250 τετραγωνικά μέτρα, οι απαιτήσεις κλιμακώνονται περαιτέρω, περιλαμβάνοντας από υπερυψωμένο κάθισμα εποπτείας μέχρι σωστικές λέμβους και ειδικό δωμάτιο πρώτων βοηθειών.
Ιδιαίτερη προσοχή οφείλει να δώσει ο ξενοδόχος και στις παιδικές πισίνες, όπου η προστασία των πλέον ευάλωτων επισκεπτών αποτελεί προτεραιότητα. Παρόλο που δεν απαιτούνται πρόσθετα τεχνικά μέσα, η νομοθεσία επιβάλλει τη στενή επιτήρησή τους από τον ναυαγοσώστη της κύριας πισίνας, ο οποίος οφείλει να τις έχει υπό τη συνεχή εποπτεία του. Η ύπαρξη ενός πλήρους και επικαιροποιημένου καταλόγου τηλεφώνων έκτακτης ανάγκης συμπληρώνει το πλέγμα προστασίας, διασφαλίζοντας ότι η αντίδραση σε κάθε συμβάν θα είναι ακαριαία.
Συμπερασματικά, η συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις πισίνες δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία, αλλά μια διαρκής επένδυση στη βιωσιμότητα και το κύρος της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Η πρόληψη, μέσω της σωστής στελέχωσης και του ορθού εξοπλισμού, αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για την αποφυγή κρίσεων που θα μπορούσαν να πλήξουν τη φήμη της μονάδας. Δεν είναι άλλωστε σπάνιες οι περιπτώσεις που ελλιπής τήρηση των κανόνων έχει οδηγήσει, σε περιπτώσεις ατυχημάτων ή ακόμα και θανάτου λόγω πνιγμού, στην αστική ευθύνη ξενοδοχείων και την ποινική ευθύνη νομίμων εκπροσώπων και προσωπικού. Γι’ αυτό, σ’ έναν κλάδο όπου η εμπιστοσύνη του επισκέπτη αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο, η επένδυση στην ασφάλεια της πισίνας συνιστά απόδειξη επαγγελματισμού και έμπρακτη μορφή φιλοξενίας.
TornosNews.gr

